Η Ινδία είναι γνωστή ως το παγκόσμιο εργοστάσιο παραγωγής φαρμάκων. Διαθέτει μια ακμάζουσα φαρμακοβιομηχανία, που παράγει ποιοτικά φάρμακα σε προσιτές τιμές.

Είναι τα λεγόμενα γενόσημα, αντίγραφα των πρωτότυπων φαρμάκων που παράγουν μεγάλες φαρμακευτικές εταιρείες της Δύσης. Είναι εξίσου αποτελεσματικά, αλλά διατίθενται σε ασύγκριτα χαμηλότερη τιμή από τα πρωτότυπα. Γι’ αυτό και είναι ανεκτίμητης αξίας για τους φτωχούς ανθρώπους που ζουν στην Ινδία, αλλά και σε ολόκληρο τον λεγόμενο αναπτυσσόμενο κόσμο.

Μπροστά στον ανταγωνισμό, οι μεγάλες φαρμακευτικές εταιρείες αντεπιτίθενται, με ισχυρό όπλο στα χέρια τους τις πατέντες, επιχειρώντας να πλήξουν τη βιομηχανία γενόσημων της Ινδίας και να εδραιώσουν παγκοσμίως το μονοπώλιό τους.

Πρόκειται για έναν πραγματικό πόλεμο συμφερόντων, όπου τα κέρδη των εταιρειών, ίσως πιο κυριολεκτικά από ποτέ, αντιπαρατίθενται με τις ανθρώπινες ζωές.

Το «© Ζωή Copyright» παρακολουθεί την υπόθεση της ελβετικής Novartis που μήνυσε το Ινδικό κράτος, ξεκινώντας μια δικαστική μάχη – ορόσημο. Μια μάχη τόσο σημαντική που θα μπορούσε να απειλήσει την πρόσβαση δισεκατομμυρίων φτωχών ανθρώπων σε όλο τον πλανήτη σε φτηνά φάρμακα που σώζουν ζωές.


 

Ο κ. Noor Islam Sikh ζει σε μια πυκνοκατοικημένη, φτωχική γειτονιά της Βομβάης, της πρωτεύουσας του Bollywood, που με τα 20 εκατ. κατοίκους της αποτελεί το σύγχρονο εμπορικό και βιομηχανικό κέντρο της Ινδίας. Στη σκιά των ουρανοξυστών της μεγαλούπολης, πίσω από τη βιτρίνα της ανάπτυξης, το σπίτι του είναι μια παράγκα 5 τετραγωνικών, όπου προσπαθεί να τα βγάλει πέρα με τη γυναίκα του και την εφτάχρονη κόρη τους.

Μέσα σε όλες τις οικονομικές δυσκολίες, η καθημερινότητά τους έγινε ακόμα πιο δύσκολη όταν τρία χρόνια πριν, ο κ. Noor διαγνώστηκε με λευχαιμία. Από τότε, ακολουθεί μια συγκεκριμένη θεραπευτική αγωγή, ζωτικής σημασίας για την επιβίωσή του. Κάθε μέρα, την ίδια ώρα το μεσημέρι, πρέπει να παίρνει ένα χαπάκι 400 μιλιγκράμ, που του εξασφαλίζει περισσότερο χρόνο και καλύτερη ποιότητα ζωής.

«Πριν πόναγε το σώμα μου και όταν σηκωνόμουν, ζαλιζόμουν. Περπατούσα λίγο στο δρόμο και λαχάνιαζα, τώρα δεν έχω τέτοιο πρόβλημα», μας λέει. «Με αυτό το φάρμακο νοιώθω πολύ καλά».

Το φάρμακο στο οποίο οφείλεται η βελτίωση της υγείας του κ. Noor, λέγεται Veenat και είναι γενόσημο. Είναι δηλαδή αντίγραφο του Glivec, ενός πρωτότυπου φαρμάκου που παρουσίασε η ελβετική φαρμακευτική εταιρεία Novartis το 1992 και θεωρείται ότι έφερε πραγματική επανάσταση στη θεραπεία της χρόνιας μυελογενούς λευχαιμίας. «Έγινε γνωστό ως η μαγική κάψουλα, γιατί άλλαξε για πάντα τον τρόπο που θα γίνεται η έρευνα για τον καρκίνο στο μέλλον. Οι ασθενείς που το λαμβάνουν έχουν σημειώσει πολύ υψηλά ποσοστά επιβίωσης, πέραν των 10 χρόνων ήδη», σημειώνει με περηφάνια ο RanjitShahani, αντιπρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της Novartis στην Ινδία.

Πράγματι, περιέχοντας μια σωτήρια δραστική ουσία, την ιματινίμπη, το Glivec κατάφερε ν’ αυξήσει κατά πολύ το προσδόκιμο ζωής των ασθενών. Την ίδια ακριβώς δραστική ουσία περιέχουν έκτοτε και τα φάρμακα γενόσημης μορφής, όπως το Veenat που λαμβάνει ο κ. Noor.

Εγκεκριμένα και τα δύο από τους ελεγκτικούς μηχανισμούς, τα δύο φάρμακα, πρωτότυπο και αντίγραφο, έχουν επομένως το ίδιο θεραπευτικό αποτέλεσμα για τον ασθενή. Έχουν όμως και μία σημαντική διαφορά.

 

Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΕΛΠΙΔΑΣ ΓΙΑ ΖΩΗ

Το πρωτότυπο φάρμακο της Novartis διατίθεται στην ινδική αγορά για 2400 δολάρια το μήνα, ενώ το συγκεκριμένο αντίγραφο, που παρασκευάζεται από τη Natco, μία μεγάλη ντόπια φαρμακευτική εταιρεία, κοστίζει αντίστοιχα 200 δολάρια.

Παγκοσμίως έχει διαπιστωθεί ότι τα γενόσημα φάρμακα είναι συνήθως φθηνότερα από τα πρωτότυπα, κατά 20 έως 80% !

Η διαφορά αυτή είναι αστρονομική για τους φτωχούς ανθρώπους της Ινδίας. «Δουλεύω σ’ ένα μαγαζί όπου γυαλίζω χρυσό. Η γυναίκα μου δουλεύει κι αυτή στο σπίτι, ράβει ρούχα. Το μηνιάτικό μας φτάνει τις 6.000 ρουπίες», μας εξομολογείται ο κ. Noor. Με το οικογενειακό του εισόδημα να μεταφράζεται μετά βίας σε 150 δολάρια το μήνα, αδυνατεί να αγοράσει ακόμα και το αντίγραφο φάρμακο, το οποίο εξασφαλίζει τελικά χάρη σε μια μη κυβερνητική οργάνωση, το Σύλλογο Βοήθειας Καρκινοπαθών.

Η Δρ Dhananjaya Saranath, η υπεύθυνη γιατρός της οργάνωσης, σημειώνει οργισμένα: «Η αποτελεσματικότητα των δύο φαρμάκων είναι ακριβώς ίδια. Οπότε, δεν νομίζω πως υπάρχει δικαιολογία για καμία εταιρεία να δίνει το φάρμακο σε δεκαπλάσια τιμή, επειδή είναι το αυθεντικό».

Ο θυμός της δρ Saranath γίνεται κατανοητός, αν αναλογιστεί κανείς πως στην Ινδία, το 30% του πληθυσμού ζει κάτω από το όριο της φτώχειας, καλείται δηλαδή να εξασφαλίσει την επιβίωσή του, με λιγότερα από 2 δολάρια την ημέρα.

«Πρέπει να μιλάμε για την αξία του φαρμάκου, όχι την τιμή του. Ποια είναι η αξία όταν βλέπεις το χαμόγελο στο πρόσωπο μιας μητέρας, όταν το παιδί της σώζεται από μια θανατηφόρα ασθένεια; Ποια είναι η οικονομική αξία που αποδίδεις όταν βελτιώνεις το προσδόκιμο ζωής; Νομίζω θα έπρεπε να κοιτάμε την αξία αυτών και όχι απλά να κάνουμε μια αριθμητική εξίσωση», ισχυρίζεται ο διευθύνων σύμβουλος της Novartis,RanjitShahani.

«Η εταιρεία πρέπει να σκεφτεί ότι η αρρώστια έρχεται και στους πλούσιους και στους φτωχούς. Οι πλούσιοι μπορούν να πάρουν φάρμακα και να γίνουν καλά. Αν κάποιος είναι φτωχός, πώς να αγοράσει τόσο ακριβά φάρμακα;», μας λέει βουρκωμένη η σύζυγος του κ. Noor. «Αυτή η τιμή είναι αδιανόητη για μας».

 

ΤΟ ΦΑΡΜΑΚΕΙΟ ΤΩΝ ΦΤΩΧΩΝ

Στις μέρες μας, όπου το παγκόσμιο εμπόριο ορίζεται από διεθνείς ρυθμιστικούς κανόνες, μοιάζει δύσκολο ένα κράτος να διαμορφώσει πολιτικές που να εξυπηρετούν πρωτίστως τις ανάγκες του πληθυσμού του. Αυτό έκανε παρ’ όλ’ αυτά ο Μαχάτμα Γκάντι, ο πατριάρχης της ανεξάρτητης Ινδίας, αναδεικνύοντας την αυτάρκεια σε βασικό άξονα της πολιτικής του φιλοσοφίας στην μετα-αποικιοκρατική εποχή. Χαρακτηριστικά πίστευε πως η χώρα του δε χρειαζόταν την δυτική τεχνολογία για να είναι ανεξάρτητη σε ρούχα, τρόφιμα και φάρμακα.

Έτσι, το ινδικό κράτος, από τη σύστασή του, είχε διαμορφώσει ένα σύστημα ευρεσιτεχνίας, το οποίο δεν αναγνώριζε πατέντες στα φαρμακευτικά προϊόντα. Αυτή η πολιτική έδωσε τη δυνατότητα να αναπτυχθεί μια μεγάλη τοπική βιομηχανία γενόσημων, προκειμένου να καλυφθούν οι τεράστιες ανάγκες περίπου 1,2 δις ανθρώπων.

«Χωρίς τα οφέλη της μη ύπαρξης πατεντών, η Ινδία δε θα μπορούσε να μειώσει το κόστος των φαρμάκων όσο το έχει κάνει», μας λέει ο Rajeev Nannapaneni, διευθυντής της ινδικής φαρμακευτικής Natco. «Αν δεν μπορείς να παράγεις τοπικά, για να μειώσεις το κόστος, να έχεις ανταγωνισμό, εγκλωβίζεσαι στο μονοπώλιο», μας εξηγεί αναλυτικότερα η LeenaMeghaney από τους Γιατρούς χωρίς Σύνορα.

«Αυτό που βασικά είπε η Ινδία ήταν ότι επειδή οι εταιρείες τιμολογούσαν πολύ ακριβά τα φάρμακα, οι Ινδοί φαρμακοποιοί έπρεπε να δημιουργήσουν εγκαταστάσεις, όπου να φτιάχνουμε τα φάρμακα μόνοι μας. Ήταν εγκαταστάσεις του δημοσίου τομέα και κατά ένα τρόπο έθρεψαν μια βιομηχανία προκειμένου να φτιάξουμε τα φάρμακα που χρειαζόμασταν οι ίδιοι. Φυσικά, μόλις αυτή η βιομηχανία μεγάλωσε, και άλλες αναπτυσσόμενες χώρες, όπως και οι υπηρεσίες του ΟΗΕ και οι ΓχΣ άρχισαν να παίρνουν αυτά τα φάρμακα, από την ίδια πηγή», καταλήγει η Meghaney.

Υπολογίζεται ότι η ινδική φαρμακοβιομηχανία είναι σήμερα η τρίτη μεγαλύτερη σε μέγεθος στον κόσμο. Φάρμακα που παρασκευάζονται στην Ινδία πωλούνται στις ΗΠΑ, την Ευρώπη, τη Νότιο Αμερική, ενώ χρησιμοποιούνται σχεδόν αποκλειστικά στις αναπτυσσόμενες χώρες της Αφρικής. Γι’ αυτό άλλωστε η Ινδία είναι διεθνώς γνωστή ως το φαρμακείο των φτωχών.

Χάρη στην ύπαρξη των γενόσημων φαρμάκων εξάλλου, οι χώρες μπορούν να καταστρώσουν μια ολοκληρωμένη πολιτική για την αντιμετώπιση ασθενειών, όπως το AIDS, που συχνά απειλούν να λάβουν διαστάσεις επιδημίας. Παραδείγματος χάριν, πριν την είσοδο των γενόσημων φαρμάκων στην αγορά των αντιρετροϊκών, τη δεκαετία του ’90, η θεραπεία για το AIDS κόστιζε περίπου 10.000 δολάρια το μήνα. Τώρα, κοστίζει αντίστοιχα λιγότερο από 250 δολάρια.

Το ίδιο συμβαίνει και με τον καρκίνο στην Ινδία. «Στην χώρα μας, έχουμε σχεδόν ένα εκατομμύριο νέες περιπτώσεις καρκίνου κάθε χρόνο», μας εξηγεί ο Δρ LalitKumar, καθηγητής ογκολογίας στο πανεπιστημιακό νοσοκομείο AIIMSστο Νέο Δελχί.

«Αν πρέπει να χρησιμοποιήσουμε το αυθεντικό φάρμακο, το κόστος θα ανέβει έως και τρεις φορές ή και παραπάνω. Σε αυτή την περίπτωση, δεν ξέρω αν η κυβέρνηση θα μπορούσε να επιχορηγεί τη θεραπεία. Αν δεν είχαμε τα γενόσημα, το πιθανότερο θα ήταν πως δε θα μπορούσαμε να παρέχουμε τις ίδιες υπηρεσίες».

 

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΟΥ COPYRIGHT

Οι μεγάλες φαρμακευτικές εταιρείες, όπως η Novartis, υποστηρίζουν στον αντίποδα ότι πρέπει να ανταμείβονται για τις έρευνές τους, καθώς προσφέρουν στην κοινωνία καινοτόμα φάρμακα, για την αντιμετώπιση θανατηφόρων ασθενειών.

«Η πρόκληση είναι ότι η έρευνα κοστίζει τεράστια ποσά σήμερα. Αν δεν επιτρέψεις σε μια φαρμακοβιομηχανία να έχει μια δίκαιη ανταπόδοση, απλά θα εξαφανιστεί, οι μέτοχοι θα φύγουν. Και αυτό είναι λογικό. Το θέμα λοιπόν είναι η λογική, δεν είναι το κέρδος, καθόλου», λέει ο Ranjit Shahani της Novartis και καταλήγει, σχεδόν απειλητικά: «Νομίζω ότι πρέπει να το βλέπουμε λογικά, και όχι συναισθηματικά. Γιατί εντέλει αύριο δε θα έχεις καθόλου φάρμακα, τα οποία να μπορείς να αντιγράψεις».

Το διεθνές νομικό σύστημα υπερασπίζεται σθεναρά το επιχείρημα των εταιρειών. Το 1995 ιδρύεται ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου. Ο νεοσύστατος τότε και πανίσχυρος σήμερα οργανισμός, προχωρά άμεσα στη σύναψη της περίφημης συμφωνίας TRIPS, η οποία προσδιορίζει τους εμπορικούς κανόνες ως προς τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, μεταξύ των χωρών-μελών.

Στο πλαίσιο αυτής της συμφωνίας λοιπόν, κάθε κράτος-μέλος του ΠΟΕ είναι υποχρεωμένο να αναγνωρίζει πατέντα στα καινοτόμα φαρμακευτικά προϊόντα. Έτσι, εξασφαλίζεται στην εκάστοτε εταιρεία το δικαίωμα αποκλειστικής πώλησης του προϊόντος της στην αγορά, για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, συνήθως 20 ετών. Κατ’ αυτόν τον τρόπο αναβάλλεται για κάποια χρόνια η παραγωγή των φθηνότερων γενόσημων και η εταιρεία έχει το ελεύθερο να ορίζει την τιμή του φαρμάκου της, χωρίς ανταγωνισμό ή κάποιον άλλο περιορισμό.

«Ουσιαστικά, η πατέντα είναι μια μορφή βραβείου που δίνεται με το μονοπώλιο της συγκεκριμένης ουσίας για ορισμένα χρόνια, με αντάλλαγμα την γνωστοποίηση των τεχνικών λεπτομερειών της, μέσω των αρμοδίων, στο κοινό», μας εξηγεί ο κ. Amitabh Chakraborty, από το Γραφείο Ευρεσιτεχνίας της Ινδίας.

Το ινδικό κράτος, επιθυμώντας φαίνεται πλέον να προσδεθεί και αυτό στο άρμα της νεοφιλελεύθερης ανάπτυξης, ίσως και υπό καθεστώς πίεσης προκειμένου να μην απομονωθεί, γίνεται μέλος του ΠΟΕ από την πρώτη στιγμή. Μετά από ένα μεταβατικό διάστημα, το 2005, για πρώτη φορά στην ιστορία, η Ινδία αναγνωρίζει πατέντες στα φαρμακευτικά προϊόντα.

«Αφότου άρχισαν να χορηγούνται οι πατέντες, για πόσα φάρμακα έγινε έρευνα, πόσα καινοτόμα φάρμακα κυκλοφόρησαν στην αγορά;», αντιστρέφει το ερώτημα προς τις μεγάλες εταιρείες ο Vikas Ajuja, από την Οργάνωση οροθετικών DNP+ στο Νέο Δελχί. «Αν κοιτάξετε τα δεδομένα, θα δείτε πως τα καινοτόμα φάρμακα που έβγαιναν στην αγορά, ήταν περισσότερα πριν». Ο Vikasμας μιλά φορτισμένος, καθώς η διάθεση των γενόσημων φαρμάκων υπήρξε όπως είδαμε κρίσιμη για τη δυνατότητα επιβίωσης χιλιάδων ανθρώπων που πάσχουν με AIDS, όπως αυτός. Και οι πατέντες απειλούν τώρα να μπλοκάρουν για χρόνια την παραγωγή τους.

«Το πρόβλημα είναι ότι δεν πρέπει να παίζουμε με τις ανθρώπινες ζωές. Τα φάρμακα είναι ένα απαραίτητο αγαθό για τη ζωή, όπως είναι το νερό ή ο αέρας. Αν ξεκινήσει κάποιος να βγάζει κέρδος από ένα τόσο απαραίτητο υλικό αγαθό, θα δυσκολέψει πολύ τη ζωή των απλών ανθρώπων», μας λέει.

«Λένε ότι θα έπρεπε να σταματήσουμε εξολοκλήρου να έχουμε πατέντες; Αυτό είναι απολύτως παράλογο», απαντά ο αντιπρόεδρος της Novartis.

 

 

EVERGREENING – MIA ΩΡΑΙΑ ΛΕΞΗ ΓΙΑ ΜΙΑ ΚΑΚΗ ΠΡΑΚΤΙΚΗ 

Οργανώσεις ασθενών και ακτιβιστών καταγγέλουν πως οι μεγαλές φαρμακευτικές εταιρείες καταχρώνται το προνόμιο που τους αναγνωρίζει το σύστημα με τις πατέντες. Με μια συνήθη πρακτική, που ονομάζεται evergreening (ελεύθερη μτφ: αειθαλής) επιχειρούν να παρατείνουν το μονοπώλιο ορισμένων προϊόντων τους στην αγορά.

«Αν με ρωτήσεις τι σημαίνει σε δυο γραμμές, παίρνεις το ίδιο φάρμακο και το πατεντάρεις ξανά και ξανά και ξανά, σε διάφορες μορφές», μας λέει η Leena Menghaney από τους ΓχΣ. «Δεν παρουσιάζεις κάποια καινοτομία, απλά παίρνεις το ίδιο φάρμακο και του αλλάζεις τυποποίηση, παίρνεις πχ ένα χάπι για ενήλικες, και το βγάζεις σε παιδικό σιρόπι. Και αυτό μπορεί να είναι μια τελείως διαφορετική πατέντα. Έτσι, μπορούν να έχουν συνεχώς περισσότερο κέρδος από την ίδια καινοτομία, αυτό είναι στην πραγματικότητα το evergreening. Μια επιχειρησιακή τεχνική με σκοπό τη μεγιστοποίηση των κερδών. Μπορεί να μην εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, αλλά αυτό κάνουν οι εταιρείες. Γιατί να επενδύσουν σε έναν νέο φάρμακο, όταν μπορούν να επεκτείνουν τα κέρδη τους, πατεντάροντας το ίδιο φάρμακο ξανά και ξανά;».

Το ινδικό κράτος παρότι υιοθέτησε το σύστημα με τις πατέντες, την ίδια στιγμή ύψωσε ισχυρή ασπίδα προστασίας απέναντι σε αυτή την καταχρηστική πρακτική.

Το Section 3d, είναι το άρθρο στο ινδικό νομικό πλαίσιο που θέτει αυστηρούς όρους για την τήρηση της καινοτομίας, προκειμένου να χορηγηθεί πατέντα σε κάποιο φαρμακευτικό προϊόν. Βασισμένοι σε αυτό οι υπάλληλοι του Γραφείου Ευρεσιτεχνίας της Ινδίας απέρριψαν την αίτηση της Novartis, επισημαίνοντας ότι περιείχε στοιχεία evergreening, κάτι που η εταιρεία το αρνείται. Έτσι η εταιρεία μήνυσε το ινδικό κράτος το 2006, ξεκινώντας μια πολυετή δικαστική μάχη, το τελευταίο κεφάλαιο της οποίας διαδραματίστηκε στο Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας από τον Σεπτέμβριο του 2012 έως τον Απρίλιο του 2013.

 

Η ΝΙΚΗ ΤΩΝ ΦΤΩΧΩΝ ΑΣΘΕΝΩΝ

«Το Glivec έχει λάβει πατέντα σε 40 χώρες, όπου έχουμε κάνει αίτηση», μας λέει ο Ranjit Shahani, διευθύνων σύμβουλος της Novartis India Ltd. «Στην Ινδία έχει γίνει αίτηση για πατέντα, αλλά απορρίφθηκε. Η Novartis φυσικά θέλησε να διασφαλίσει, θέλησε να δει πώς θα αποτιμάται η καινοτομία στην Ινδία, και γι’ αυτό δίνουμε τη μάχη να πάρουμε την πατέντα κι εδώ», μας λέει, μη μπορώντας να κρύψει τον εκνευρισμό του για αυτή την εμπλοκή.

«Δε αξίζει καμιά πατέντα, γιατί ήδη δεν έχει πρωτοτυπία», απαντά ο κ. Chakraborty από το Γραφείο Ευρεσιτεχνίας της Ινδίας. «Κάποιες ενώσεις που ήταν ήδη γνωστές το 1993, δεν μπορούν να πατενταριστούν, δεν έχουν καινοτομία».

«Όταν πήραν την πατέντα στις ΗΠΑ, τους αναγνωρίστηκε πραγματικά ένα μονοπώλιο 20 χρόνων, ήταν μια καινούρια χημική ένωση. Αλλά η Ινδία εκείνη την εποχή δε συμμετείχε στο σύστημα με τις πατέντες. Δεν μπορούμε να γυρίσουμε 10 χρόνια πίσω, και να δώσουμε πατέντα σε ένα μόριο του 1992», επαυξάνει η LeenaMenghaney από τους ΓχΣ.

Το 80% των φαρμάκων που χρησιμοποιούν οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα στις αποστολές τους για να προσφέρουν ζωή σε ασθενείς σε ολόκληρο τον κόσμο, είναι γενόσημα φάρμακα από την Ινδία. Γι’ αυτό και η οργάνωση είναι από τους πιο ένθερμους αντιπάλους της ελβετικής εταιρείας στη συγκεκριμένη υπόθεση, καθώς θεωρεί ότι ενδεχόμενη δικαίωσή της Novartis θα άνοιγε τον ασκό του αιόλου, προτρέποντας και άλλες εταιρείες να ακολουθήσουν την ίδια πρακτική, με οδυνηρές συνέπειες.

«Δεν είναι ότι τα φάρμακα θα εξαφανιστούν αύριο απ’ τις κλινικές των ΓχΣ. Αλλά σε 10 χρόνια, θα μπορούμε να θεραπεύσουμε τον καρκίνο, θα μπορούμε να θεραπεύσουμε την ηπατίτιδα, τη φυματίωση, τον HIV; Η απάντηση είναι όχι. Σε 10 χρόνια, οι ΓΧΣ χωρίς τα γενόσημα δε θα μπορούν να έχουν υπηρεσίες με τον ίδιο τρόπο που έχουμε κάνει για παράδειγμα στην υποσαχάρια Αφρική, την Κεντρική Ασία ή τη Λατινική Αμερική».

«Η Novartis λέει πως η υπόθεση δεν σχετίζεται με το μονοπώλιο ή την εκτόξευση των τιμών», απαντά και ο Vikas Ahuja από την οργάνωση των Οροθετικών DNP+, που επίσης επισημαίνει την άμεση απειλή. «Αν δεν είναι αυτός ο λόγος, τότε γιατί πας δικαστικά; Αν δεν είναι αυτός ο λόγος, γύρνα στο γραφείο σου και ξεκίνα να δουλεύεις για το συμφέρον της κοινωνίας, αντί να ξοδεύεις το χρόνο σου στα δικαστήρια. Αν η πατέντα δεν έχει να κάνει με τα κέρδη, τότε γιατί πας στα δικαστήρια για αυτό το ζήτημα»;

«Η Ινδία έχει γίνει ένας «θρασύς» ανταγωνιστής», λέει ο Rajeev Nannapaneni, διευθυντής της ινδικής Natco. «Αν η Ινδία γίνει ο κατ΄εξοχήν προμηθευτής αυτών των προϊόντων, τότε και ο υπόλοιπος πλανήτης μπορεί να το κάνει. Πιστεύω πως αυτό είναι το ζήτημα».

Την 1η Απριλίου 2013, το Ανώτατο Δικαστήριο της Ινδίας, εξέδωσε την οριστική του απόφαση, κλείνοντας το θέμα οριστικά μετά από 7 χρόνια. Απέρριψε την προσφυγή της Novartis, με το σκεπτικό ότι η ανανεωμένη σύνθεση του Glivec δεν πληροί τα κριτήρια «καινοτομίας ή δημιουργικότητας» που απαιτούνται από τον νόμο.

Η είδηση έκανε το γύρο του κόσμου και σκόρπισε ανακούφιση σε εκατομμύρια φτωχούς ασθενείς.

Τα μεγάλα συμφέροντα που διακυβεύονται, δεν αφήνουν πολλά περιθώρια αισιοδοξίας, ότι κάτι αντίστοιχο δε θα επιχειρηθεί και στο μέλλον.

Όμως αυτή η σημαντική μάχη είχε τελικά κερδηθεί.

 

ΒΑΣΙΚΟΙ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

Σκηνοθεσία: Γιώργος Αυγερόπουλος / Σενάριο: Γιώργος Αυγερόπουλος, Γεωργία Ανάγνου / Επιτόπια Έρευνα: Γεωργία Ανάγνου / Διεύθυνση Φωτογραφίας: Γιάννης Αυγερόπουλος / Διεύθυνση Παραγωγής: Αναστασία Σκουμπρή / Μοντάζ: Βασίλης Μάγκος, Άννα Πρόκου / Μουσική: Γιάννης Παξεβάνης / Μια παραγωγή της Small Planet για την ΕΡΤ – 2013

ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ

Original shooting format: HD 1080p25 / Ήχος: Dolby Stereo / Γλώσσα: Αγγλικά, Ελληνικά, Χίντι / Υπότιτλοι: Ελληνικοί / Αφήγηση: Ελληνική

 

Original Airdate: Tετάρτη, 17 Απριλίου 2013, 22:00 – ΝΕΤ

ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 50 min

 

Πηγή: Εξάντας