Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΣΗΜΕΡΑ
Τα φάρμακα γίνονται στην πράξη πιο ακριβά. Οι προϋπολογισμοί για τη δημόσια δαπάνη φαρμάκων μειώνονται κάθε χρόνο. Στην Ελλάδα, τα τελευταία χρόνια έχει υποδιπλασιαστεί.[1] Παρά τις όποιες μειώσεις στις τιμές γενόσημων και πρωτότυπων φαρμάκων, οι ασθενείς καλούνται να πληρώνουν όλο και περισσότερα από την τσέπη τους.

ΓΕΝΟΣΗΜΑ
Η διείσδυση γενοσήμων φαρμάκων στην Ελλάδα είναι η χαμηλότερη σε ευρωπαϊκό επίπεδο.[2] Ενώ τα γενόσημα θα ήταν ένα χρήσιμο εργαλείο ειδικά σε συνθήκες οικονομικής κρίσης, δεν υπάρχει πολιτική στήριξής τους. Αντίθετα ενισχύονται αυθαίρετες αντιλήψεις σχετικά με την ποιότητα, την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητά τους.

ΠΑΤΕΝΤΕΣ
Τα πρωτότυπα φάρμακα καλύπτονται από πατέντα αποκλειστικής εκμετάλλευσης διάρκειας είκοσι χρόνων. Συχνά αυτές επεκτείνονται χρονικά έως πέντε χρόνια. Ένα φάρμακο μπορεί να έχει διαφόρων ειδών πατέντες -π.χ. αποκλειστικότητας ερευνητικών δεδομένων, αποκλειστικότητας στην αγορά- που να λήγουν σε διαφορετικούς χρόνους για διαφορετικές χώρες. Αυτό καθιστά την χρήση εκτός πατέντας περίπλοκη.

TRIPS / TTIP
Σε εμπορικές συμφωνίες του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου προβλέπονται ελαστικές χρήσεις της πατέντας (TRIPS flexibilities) για περιπτώσεις κρατών όπου η πρόσβαση στα φάρμακα είναι προβληματική. Αρκετές χώρες στον κόσμο -όπως η Ινδία, η Βραζιλία και χώρες στην Αφρική- και για αρκετά φάρμακα έχουν χρησιμοποιήσει μεθόδους άρσης της πατέντας που προβλέπονται από τα TRIPS flexibilities, όπως η υποχρεωτική αδειοδότηση (compulsory licensing). Αυτό το χρήσιμο σετ εργαλείων για κράτη που βρίσκονται σε οικονομική κρίση, πιθανόν τίθεται υπό αμφισβήτηση από τις νέες διηπειρωτικές εμπορικές συμφωνίες TTIP και TTP, οι οποίες προβλέπουν τεχνικά ως και διπλασιασμό στη χρονική διάρκεια της πατέντας.

ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ
Η διαφάνεια αποτελεί τεκμήριο δημοκρατικότητας και εγγύηση ισότητας στην πρόσβαση σε δημόσια αγαθά, όπως το φάρμακο. Ωστόσο, το σύστημα τιμολόγησης και ανταμοιβής των φαρμάκων δημιουργεί την στρεβλή ανάγκη αναδιπλασιασμού ενός μοντέλου εμπορικής μυστικότητας και βιομηχανικού απόρρητου, ίδιο με αγορές άλλων αγαθών που δεν έχουν το χαρακτήρα δημοσίων αγαθών. Ανάλογες στρεβλώσεις προωθούνται και για άλλα αγαθά δημόσιου χαρακτήρα όπως το νερό. Αυτό δεν προσιδιάζει στις αρχές ανοιχτών κοινωνιών όπου ο πολίτης ελέγχει μέσω ανοιχτών και δημόσιων δεδομένων αυτό που τελικά καλείται να πληρώσει και αντίστοιχα ο πάροχος του κάθε αγαθού δεσμεύεται από κανόνες και δεοντολογία του εμπορίου.

ΑΚΡΙΒΑ ΝΕΑ ΦΑΡΜΑΚΑ
Όσον αφορά τα νέα φάρμακα υψηλού κόστους, η φαρμακοβιομηχανία θέτει αυθαίρετα μια υψηλή τιμή εκκίνησης και στη συνέχεια εν κρυπτώ -θεσμοθετημένα ή όχι- διαπραγματεύεται τιμές με κάθε κράτος χωριστά. Ως αιτία αυτών των υψηλών τιμών προβάλλεται το κόστος έρευνας και ανάπτυξης, αλλά στην πραγματικότητα αυτό αποτελεί κλάσμα τους κόστους.[3] Έτσι σε συνθήκες μονοπωλίου δίνει φάρμακα με το δελτίο και σε ρυθμό που εξασφαλίζει το μέγιστο δυνατό κέρδος. Εμπορικές πρακτικές που ακολουθούνται στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως ο καθορισμός της τιμής στη βάση των τριών χαμηλότερων τιμών που έχει ένα φάρμακο σε χώρες της ΕΕ ως μια εκδοχή των εξωτερικών τιμών αναφοράς, χρησιμοποιούνται ως αιτιολογία από τη φαρμακοβιομηχανία για τη μη δημοσίευση των πραγματικών χαμηλότερων τιμών που επιτυγχάνονται μετά από κάθε διαπραγμάτευση. Ταυτόχρονα, ούτε το κράτος δημοσιεύει τις τιμές, όντας και αυτό δέσμιο της ανάγκης για κάλυψη. Έτσι νομιμοποιεί και μπαίνει στο παιχνίδι της κρυφής διαπραγμάτευσης.
Η περίπτωση των νέων αντιικών φαρμάκων άμεσης δράσης για την Ηπατίτιδα C, που έχουν τιμολογηθεί τόσο ακριβά -αρχική τιμή 1000 δολάρια το χάπι- ώστε ούτε πλούσιες χώρες δε μπορούν να τα παρέχουν στους ασθενείς τους, έχει αναζωπυρώσει τη σχετική συζήτηση κατά τα τελευταία δύο χρόνια.

ΠΟΥ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΝΑ ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΙ Η ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ;
Αυτό πρέπει να αλλάξει. Χρειάζεται διαφάνεια σε ολόκληρη την αλυσίδα έρευνας, ανάπτυξης, παραγωγής και προμήθειας φαρμάκων:
• Διαφάνεια στη διαπραγμάτευση και δημοσιοποίηση των τιμών των φαρμάκων υψηλού κόστους
• Δημόσια διάθεση του συνόλου των κλινικών δεδομένων που προκύπτουν από την έρευνα και ανάπτυξη των φαρμάκων
• Διαφάνεια και λεπτομερής πληροφόρηση σχετικά με τους κανονισμούς και τη νομοθεσία που διέπουν τον τομέα του φαρμάκου
• Αξιολόγηση των νέων φαρμάκων και τεχνολογιών υγείας ώστε να ανταποκρίνονται σε πραγματικές ανάγκες των ανθρώπων και να παρέχουν επιπρόσθετη θεραπευτική αξία
• Να ξέρουμε ποιες είναι οι ετήσιες χρηματοδοτικές πηγές έρευνας στις χώρες, στην Ε.Ε. και πώς αυτά τα κονδύλια κατανέμονται με απόλυτα νούμερα και ποσοστά.

ΤΟ ΣΗΜΕΡΙΝΟ ΜΟΝΤΕΛΟ ΕΡΕΥΝΑΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΦΑΡΜΑΚΩΝ ΔΕ ΔΟΥΛΕΥΕΙ
Έχουμε πρόβλημα με τα φάρμακα. Το σημερινό μοντέλο έρευνας και ανάπτυξης φαρμάκων καθώς και πρόσβασης στα φάρμακα δε δουλεύει. Στην Ελλάδα και σε όλο τον κόσμο οι τιμές των νέων φαρμάκων αυξάνονται κάθε χρόνο. Αυτό απειλεί την βιωσιμότητα των συστημάτων υγείας και εμποδίζει την πρόσβαση σε φάρμακα που θεραπεύουν ασθένειες όπως ο καρκίνος και η ηπατίτιδα C.

ΠΑΡΑΜΕΛΗΜΕΝΕΣ ΑΣΘΕΝΕΙΕΣ
Την ίδια στιγμή, το σύστημα κινήτρων για την ανάπτυξη καινοτόμων φαρμάκων είναι δυσλειτουργικό. Ως αποτέλεσμα, η έρευνα για ασθένειες που ενδημούν σε πιο φτωχές χώρες όπως η ελονοσία και η πολυανθεκτική φυματίωση έχει μείνει πίσω. Οι χώρες αυτές αποτελούν αμελητέες αγορές που δεν ανταμείβουν το μοντέλο διογκωμένων κερδών της φαρμακοβιομηχανίας. Ωστόσο, οι συγκεκριμένες παραμελημένες ασθένειες ανακάπτουν και στον αναπτυγμένο κόσμο.
Το 2014 είχαμε 1,5 εκατομμύρια θανάτους από φυματίωση, το 95% από αυτούς σε χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος. Περίπου μισό εκατομμύριο άνθρωποι παγκοσμίως πάσχουν από πολυανθεκτική φυματίωση.[4]

ΕΛΛΕΙΨΕΙΣ ΦΑΡΜΑΚΩΝ
Τόσο το σύστημα έρευνας και ανάπτυξης όσο και εμπορίας των φαρμάκων παράγει ελλείψεις:
• βασικών φαρμάκων -καθώς αυτά κάποιες φορές είναι πολύ φτηνά για να συνεχίζουν να παράγονται σε ένα σύστημα ελεύθερης αγοράς ή εξάγονται σε ισχυρότερες αγορές που μπορούν να προσφέρουν κέρδος- και
• καινοτόμων φαρμάκων που υπερκοστολογούνται σε βαθμό που ακόμα και δημόσιοι προϋπολογισμοί ισχυρών κρατών δε μπορούν να πληρώσουν (π.χ περίπτωση φαρμάκων ηπατίτιδας C).

ΤΟ ΝΕΟ MARKETING ΤΗΣ ΦΑΡΜΑΚΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ
Το σημερινό σύστημα εφευρίσκει μηχανισμούς επιβίωσης ενός εμπορικού μοντέλου που δεν λειτουργεί:
• Πολλά νέα φάρμακα καταχρηστικά βαφτίζονται καινοτόμα, χωρίς να τεκμηριώνεται πραγματική επιπρόσθετη θεραπευτική αξία, κάτι που αποτελεί έδαφος για υπερκοστολόγηση και αισχοκέρδια.
• Νέος μηχανισμός φαρμακευτικού marketing είναι η εξατομίκευση και η ορφανοποίηση των θεραπειών, δηλαδή η μετάβαση σε φάρμακα που ‘ράβονται’ πάνω στον ασθενή διαμορφώνοντας συχνά μια προκλητή ανάγκη.
• Καθώς η φαρμακοβιομηχανία είναι ανελαστική στις απαιτήσεις αυξανόμενης κερδοφορίας για τους μετόχους της, αντί να εξορθολογίσει την τιμολογιακή της πολιτική προτείνει στους χονδρικούς αγοραστές της (κρατικά και άλλα συστήματα υγείας) διευκολύνσεις μέσω των προσαρμοστικών οδών (adaptive pathways) που μεταθέτουν το χρέος στο μέλλον, ουσιαστικά υποθηκεύοντας ολόκληρα συστήματα υγείας.

ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΛΛΑΞΕΙ
Όλα αυτά είναι αποτέλεσμα ενός ανεπαρκούς και κοστοβόρου συστήματος ιατροφαρμακευτικής έρευνας και ανάπτυξης. Αυτό το σύστημα μεριμνά περισσότερο για να προστατέψει τα πνευματικά και εμπορικά δικαιώματα παρά να εξασφαλίζει καινοτομία που θα υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον και την πρόσβαση στα φάρμακα. Αυτή η κατάσταση δεν είναι βιώσιμη.

Είναι επείγουσα ανάγκη η αναμόρφωση του συστήματος ώστε να διασφαλίζεται το δικαίωμα στην υγεία και η πρόσβαση σε φάρμακα που χρειάζονται οι άνθρωποι σε προσιτές τιμές, παράλληλα με το δικαίωμα προσπορισμού ενός λογικού κέρδους για την φαρμακοβιομηχανία.

Το κράτος μπορεί να χρησιμοποιήσει βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες στρατηγικές και εργαλεία ώστε να ανταποκριθεί στο ρόλο του της προάσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των πολιτών και της δίκαιης πρόσβασης σε αγαθά όπως η υγεία. Η Κοινή Διακήρυξη της Ευρωπαϊκής Συμμαχίας για Υπεύθυνη Έρευνα & Ανάπτυξη (Ε&Α) και Προσιτά Φάρμακα κάνει μια σειρά από προτάσεις.

[1] Από 5,3 δις ευρώ το 2008 δεν ξεπέρασε τα 2 δις το 2015 (πηγή: ΙΚΠΙ)

[2] Για το 2014 η διείσδυση γενοσήμων στην Ελλάδα ήταν 28,7%, με μ.ο. στην ΕΕ 57,1% (πηγή: IMS)

[3] Πρόσφατο παράδειγμα από την εκστρατεία για την πρόσβαση των Γιατρών Χωρίς Σύνορα που υπολογίζει το συγκεκριμένο κόστος περίπου στο 1/10 των δημόσιων αναφορών της φαρμακοβιομηχανίας 

[4] (πηγή: ΠΟΥ)