1 Νοεμβρίου 2017,

Όταν ένα φάρμακο υπάρχει στην αγορά αλλά δε φτάνει στους ασθενείς αναζητούμε τους δομικούς λόγους  που στέκονται ως εμπόδιο. Η αλυσίδα της προμήθειας φαρμάκων μπορεί να παρουσιάζει αρκετούς προβληματικούς κρίκους, όμως είναι αδύνατο να μην στρέψουμε την προσοχή μας στον πρώτο: στο σημερινό εμπορικό πλαίσιο όπου τα φάρμακα καλύπτονται από πατέντες, η φαρμακοβιομηχανία έχει το αποκλειστικό δικαίωμα να διαχειρίζεται στο εμπόριο μονοπωλιακά τα νέα φάρμακα. Κατά συνέπεια, φέρει και το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης στο να μη διαταράσσει την ροή των φαρμάκων προς αυτούς που τα χρειάζονται. Η κατάχρηση αυτής της ασύμμετρης δύναμης και κυρίαρχης θέσης  γίνεται παραπάνω από αθέμιτη όταν η ίδια η φαρμακοβιομηχανία ακυρώνει τους κανόνες που ζητούσε για τις συναλλαγές της με την κυβέρνηση.

Αντιδράσεις έχει προκαλέσει αυτή την εβδομάδα η δημόσια ανακοίνωση της φαρμακευτικής εταιρείας Roche σχετικά με την απόφασή της να αποσύρει το νέο φάρμακό για το μελάνωμα Cotellic από τη λίστα (θετικός κατάλογος) των φαρμάκων που αποζημιώνονται από το κράτος. Όπως προβλέπεται από τον νόμο 4472/17 (άρθρο 89) σε περίπτωση που η Επιτροπή για την κατάρτιση του θετικού καταλόγου βρει ότι ένα φαρμακευτικό προϊόν δεν ανταποκρίνεται στο κριτήριο κόστους – οφέλους ή αποτελεσματικότητας, το παραπέμπει στην Επιτροπή Διαπραγμάτευσης τιμών. Η Επιτροπή Διαπραγμάτευσης κάλεσε από τον περασμένο Μάϊο τις εταιρείες που φέρνουν νέα φάρμακα για το μελάνωμα ώστε να διαπραγματευτούν τις τιμές και τον όγκο φαρμάκων που θα μπορούσαν να καλύψουν τις ανάγκες των ασθενών. Εν τω μεταξύ, το μέτρο οριζόντιας έκπτωσης (rebate) ύψους 25% για όλα τα νέα ακριβά φάρμακα συζητιέται στο πλαίσιο των μνημονιακών υποχρεώσεων από την αρχή του χρόνου και τελικά θεσμοθετείται τον Σεπτέμβριο. Πηγές από το υπουργείο επιβεβαιώνουν την παρελκυστική πολιτική της Roche, αρνούμενη ουσιαστικά να καθίσει στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης και κορυφώνοντας την τακτική αμφισβήτησης των νέων κανόνων και όρων αποζημίωσης φαρμάκου αυτή την εβδομάδα με την απειλή απόσυρσης του φαρμάκου από τον θετικό κατάλογο. Βέβαια, η επιθετική τακτική της εταιρείας δεν είναι καινούργια για τις ελληνικές κυβερνήσεις, καθώς παρόμοια περίπτωση ανέκυψε το 2011 με νοσοκομειακά φάρμακα.

Η αντίδραση του Υπουργείου φαίνεται εύλογη, αντιθέτως αρκετά ερωτηματικά προκαλεί η τοποθέτηση του Συνδέσμου Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Ελλάδος (ΣΦΕΕ) για το θέμα. Ο ΣΦΕΕ έχει παρουσιάσει σταθερά τις αναλύσεις και τις θέσεις του για ένα άλλο μίγμα πολιτικής ώστε να γίνει καλύτερη διαχείριση του περιορισμένου δημόσιου προϋπολογισμού για τα φάρμακα. Σε αυτό το πλαίσιο η διαπραγμάτευση με την κυβέρνηση είναι μια πρακτική που ο ΣΦΕΕ έχει υποστηρίξει στην πράξη θερμά. Ωστόσο, στην περίπτωση που ένα μέλος του αποφασίζει να απέχει από αυτή την θεσμοθετημένη πλέον διαδικασία η παραδοχή πως ‘κάθε εταιρία αποφασίζει και χαράσσει τη δική της εμπορική πολιτική’ ακυρώνει τόσο τον ρόλο της ως συνομιλητή που εκπροσωπεί τον κλάδο στις συνομιλίες με την κυβέρνηση, όσο και το περιεχόμενο των κεντρικών προτάσεών του για τη φαρμακευτική πολιτική. Πώς μπορούμε να μιλάμε για επάρκεια πόρων και φαρμάκων, για βιωσιμότητα των συστημάτων υγείας και της φαρμακοβιομηχανίας και για εξοικονόμηση από τους προϋπολογισμούς, όταν η αποχή από διαδικασίες που θα βοηθούσαν δεν γίνεται αντικείμενο κριτικής; Την ίδια στιγμή που οι κυβερνήσεις των κρατών μελών της ΕΕ συντονίζονται για κοινές διαπραγματεύσεις αναμένουμε ένα αντίστοιχο επίπεδο σοβαρότητας και από το σύνολο της φαρμακοβιομηχανίας ώστε να τεθούν κατά το δυνατόν και εσωτερικά όροι fairplay. Οφείλει να το κάνει αυτό αν θέλει φυσικά οι διακηρύξεις της για το δημόσιο συμφέρον να αρχίσουν να γίνονται πιστευτές.

Επιπλέον, παρατηρούμε δίχως έκπληξη πια μεγάλο μέρος του ιατρικού ρεπορτάζ που με άμεσα αντανακλαστικά επιχείρησε να περάσει στην κοινή γνώμη τη ‘γραμμή Roche’. Δεν είναι βεβαίως η πρώτη φορά που η επιλεκτική πληροφόρηση γίνεται μέρος του προβλήματος και όχι της λύσης. Έχουμε επίσης εμπιστοσύνη ότι το κοινό έχει εξίσου αντανακλαστικά ώστε να μην παρασύρεται σε εύκολα συμπεράσματα.

Εκτιμούμε οτι οι περίπου 50 ασθενείς που ακολουθούν ήδη θεραπεία με το συγκεκριμένο φάρμακο θα συνεχίσουν να έχουν πρόσβαση σε αυτό , είτε δωρεάν από την εταιρεία σε μια κίνηση λίφτινγκ της κοινωνικής εικόνας της είτε από την κυβέρνηση -όπως ρητά δεσμεύτηκε ο Υπουργός Υγείας κ. Ξανθός- με τις εναλλακτικές οδούς προμήθειας που διαθέτει. Καμία από τις δύο περιπτώσεις όμως δεν αποτελεί δομική λύση. Είναι απαράδεκτο να εκβιάζονται κυβέρνηση και πολίτες να αναζητούν ακόμα πιο επιβαρυντικές οικονομικές οδούς για φάρμακα που είναι ουσιαστικά διαθέσιμα.